8/2/13

Διαχωρισμός Ελέγχου και Ιδιοκτησίας των Μέσων Παραγωγής


Ο Έλληνας καθηγητής οικονομικών Ξενοφώντας Ζολώτας βρισκόταν στην πνευματική πρωτοπορία της εποχής του και με το έργο του “Δημιουργικός Σοσιαλισμός” ξεπέρασε με υπέροχο τρόπο την αστική οικονομική θεώρηση χωρίς να φοβηθεί να καταθέσει μια οικονομική πρόταση, που εύκολα οι δεξιοί θα τον χαρακτήριζαν ως “κομμουνιστή”.

Μιλώντας για τις ηθικές βάσεις του σοσιαλισμού και καταδεικνύοντας το οικονομικό αδιέξοδο του κομμουνισμού απέδειξε ότι ιστορικά, οικονομικά και ηθικά ο μόνος σοσιαλισμός είναι ο εθνικός.

Κεντρικό θέμα σε μια παραγωγική οικονομία, δηλαδή σε μια οικονομία που δεν έχει απο-βιομηχανοποιηθεί και καταστεί πλήρως αντιπαραγωγική, όπως σήμερα η Ελληνική, είναι ο έλεγχος και η ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών. Μέσα παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών αποτελούν οι βιομηχανίες, τα ναυπηγεία, τα επίγεια, εναέρια και θαλάσσια μέσα συγκοινωνιών και μεταφορών, τα μέσα εξόρυξης ορυκτού πλούτου κλπ. Οι οικονομικά φιλελεύθεροι, δηλαδή η αστική δεξιά πιστεύουν ότι τόσο η ιδιοκτησία όσο και ο έλεγχος των παραγωγικών μέσων πρέπει να ανήκουν σε ιδιώτες, οι οποίοι αποφασίζοντας ελεύθερα για το που και το πώς θα επενδυθούν τα χρήματά ‘τους’, καθώς και για τον καθορισμό των τιμών σε συνθήκες ‘ελεύθερης’ αγοράς αποκομίζουν το μέγιστο οικονομικό κέρδος για τους ίδιους και τους επιχειρηματικούς ομίλους τους οποίους διευθύνουν.

Υποτίθεται ότι ο ελεύθερος ανταγωνισμός μεταξύ των ανταγωνιστικών επιχειρηματικών ομίλων θα κατεβάσει την τιμή πώλησης αγαθών και υπηρεσιών λίγο πάνω από τη τιμή κόστους (στο κόστος συμπεριλαμβάνονται και οι αμοιβές των εργαζομένων κατά την αστική οικονομική θεώρηση), επομένως θα ικανοποιηθεί η λεγόμενη ‘αρχή των εξόδων’, δηλαδή η τιμή διάθεσης των αγαθών στο εμπόριο θα προσεγγίζει τα έξοδα παραγωγής τους. Βεβαίως αυτή η θεώρηση είναι πέραν πάσης πραγματικότητας αφού είναι γνωστό ότι σε κάθε ‘ελεύθερη’ αγορά κυριαρχούν είτε τα μονοπώλια είτε τα ολιγοπώλια που σχηματίζουν τραστ και τα οποία καθορίζουν τις τιμές πολύ πάνω από τα έξοδα παραγωγής συμπιέζοντας ταυτόχρονα το εργατικό ‘κόστος’, ώστε να επιτευχθεί το μέγιστο κέρδος.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η χώρα μας όπου πχ η διύλιση των καυσίμων ελέγχεται από δύο ομίλους, το χονδρεμπόριο και το λιανεμπόριο από λίγες πολυεθνικές, το εφοπλιστικό κεφάλαιο απολαμβάνει δια νόμου ασυλία από τον διεθνή ανταγωνισμό καθώς και πλήθος φοροαπαλλαγών και όσες επιχειρήσεις λειτουργούν πράγματι υπό το καθεστώς ελεύθερου ανταγωνισμού είναι εξαρτώμενες από τα ολιγοπώλια που προαναφέραμε καθώς προμηθεύονται πρώτη ύλη, καύσιμα ή εισαγόμενα προϊόντα από τις προαναφερθείσες.

Η αμοιβή των εργαζομένων δεν πρέπει να θεωρείται από οικονομική άποψη ως κόστος με την κλασσική έννοια, αλλά ως εθνικό εισόδημα προς κατανάλωση και επένδυση, επομένως δεν πρέπει να επιτραπεί η συμπίεση της, όπως στον καπιταλισμό.

Στο κομμουνιστικό καθεστώς τα μέσα παραγωγής είναι καθολικώς κρατικοποιημένα ή αλλιώς 'κοινωνικοποιημένα'. Όλες οι βιομηχανικές μονάδες ανήκουν στο κράτος και το υποτυπώδες εμπόριο μέσω του οποίου γίνεται η διακίνηση των προϊόντων στην αγορά διενεργείται από κρατικούς οργανισμούς. Είναι δεδομένο ότι συγκεκριμένο οικονομικό μοντέλο εμφάνισε τόσο χαμηλή παραγωγικότητα και οικονομική δυσπραγία που έχει καταδικαστεί ιστορικά, περιμένοντας καρτερικά τον καπιταλισμό να φθάσει τους λαούς σε εξίσου χαμηλό βιοτικό επίπεδο, ώστε να φανεί και πάλι ελκυστικό.

Ποια ήταν, λοιπόν, η πρόταση ως προς την κατοχή και τον έλεγχο των μέσων παραγωγής; Καταρχήν ο διαχωρισμός της κατοχής από τον έλεγχο.

Η αντικατάσταση όλης της στελέχωσης των ιδιωτικών επιχειρήσεων με δημοσίους υπαλλήλους εκτός του ότι θέλει πάρα πολύ χρόνο για να γίνει με σωστό και αξιοκρατικό τρόπο, ενέχει και τον κίνδυνο της μετατροπής των επιχειρήσεων από παραγωγικές μονάδες σε δημόσιες υπηρεσίες οι οποίες όσο και υψηλή αποδοτικότητα να έχουν, δεν παύουν να υπηρετούν γενικά άλλο σκοπό από αυτόν της παραγωγής.

Πώς μπορεί να γίνει εκεί η διάκριση μεταξύ κατοχής και ελέγχου του μέσου παραγωγής ώστε να παράγει ως ιδιωτικό αλλά να ελέγχεται από το κράτος. Η απάντηση είναι απλή: μέσω του ελέγχου των τιμών και των μισθών των εργαζομένων από το κράτος, εξαφανίζοντας έτσι την κερδοσκοπία. Ας έρθουμε λίγο στη λειτουργία του μηχανισμού των τιμών.

Όταν ένα προϊόν πρόκειται να βγει στην αγορά, η εταιρεία που το παράγει ή το διακινεί του δίνει μια αρχική κοστολόγηση με κάποιο λογικό κέρδος γι αυτήν, λαμβάνοντας υπόψη κυρίως τα ανταγωνιστικά του προϊόντα, όταν αυτά υπάρχουν. Θεωρητικά, αν η ζήτηση είναι μεγάλη, η τιμή θα ανέβει, ενώ αν είναι μικρή θα πέσει, καθώς οι καταναλωτές θα προτιμήσουν τους ανταγωνιστές του. Όμως, στην πράξη, λόγω των καρτέλ και των ολιγοπωλίων, όπως για παράδειγμα στο γνωστό καρτέλ του γάλακτος, για το οποίο είχε προκύψει και σκάνδαλο επί προηγούμενων κυβερνήσεων, η τιμή αυτή είναι αποτέλεσμα συνεννόησης. Επίσης, αν πρόκειται πχ για ρούχα εκεί ανάλογα με το μερίδιο της κάθε εταιρείας στην αγορά και με την ικανότητα προώθησής τους στο ευρύ κοινό, η τιμή ξεπερνάει κατά πολύ το ανεκτό κέρδος μιας επιχείρησης και μετατρέπεται σε μέσο κερδοσκοπίας. Οι εταιρείες που διακινούν μεγάλες ποσότητες προϊόντων στην αγορά μπορούν να λειτουργούν με τεράστια κέρδη, καθώς όλα τα εμπορικά καταστήματα θέλουν να συνεργαστούν μαζί τους αφού κυρίως μέσω της διαφήμισης μπορούν να προσελκύουν καταναλωτές ακόμα κι αν οι τιμές τους είναι δυσανάλογες με την ποιότητά τους, ενώ κατεβάζουν το κόστος παραγωγής ανοίγοντας εργοστάσια σε χώρες με χαμηλές εργατικές αμοιβές, χαμηλή φορολόγηση κλπ.

Η λύση βρίσκεται στη θέσπιση ανώτατου ορίου τιμών από το κράτος σε όλες τις κατηγορίες προϊόντων, είτε αυτά είναι αγαθά, είτε υπηρεσίες (πχ κινητή τηλεφωνία), αναλόγως του κόστους και της ποιότητάς τους. Θα εξαιρεθούν μόνο τα προϊόντα πολυτελείας, τα οποία και θα πρέπει να εξαλειφθούν κυρίως για ηθικούς λόγους. Με αυτόν τον τρόπο θα εξαλειφθεί η κερδοσκοπία και η καταλήστευση του εισοδήματος των εργαζομένων από το κεφάλαιο, και θα επιτραπεί ένα λογικό όριο κέρδους για τις επιχειρήσεις, ώστε να ικανοποιείται η ‘αρχή των εξόδων’ που προαναφέραμε.

Αυτά ισχύουν στην παραγωγή και την κοστολόγηση αγαθών, αφού η χώρα μας δεν διαθέτει βαριά βιομηχανία, δηλαδή δεν παράγει μηχανές που να παράγουν άλλες μηχανές. Παρόλα αυτά, η ίδια μέθοδος προτείνεται και για την παραγωγή ηλεκτρομηχανολογικού και ηλεκτρονικού υλικού.

Κάποιος θα μπορούσε να αναφέρει ότι οι επιχειρήσεις με αυτόν τον τρόπο, δεν θα έχουν κεφάλαια να επενδύσουν. Αυτό το πρόβλημα θα λυθεί με τη χορήγηση από την πλήρως κρατικοποιημένη εθνική τράπεζα χαμηλότοκων ή ακόμα και άτοκων δανείων σε όποια εταιρεία το επιθυμεί, με την κατάθεση ενός επιχειρηματικού σχεδίου (business plan) από πλευράς της εταιρείας, ακριβώς όπως συμβαίνει και σήμερα με τις ιδιωτικές τράπεζες. Η διαφορά είναι ότι το κριτήριο για την έγκριση των δανείων θα είναι η χρησιμότητα για το έθνος της εκάστοτε επένδυσης και όχι το κέρδος που θα αποφέρει στην ιδιωτική τράπεζα.

Βλέπουμε ότι σταδιακά υιοθετώντας ένα σύνολο μέτρων αναλαμβάνει το έθνος μέσω του κράτους όλο τον έλεγχο των επενδύσεων και των μέσων παραγωγής κατευθύνοντας μέσω της πίστης την επιχειρηματική δραστηριότητα.

Βέβαια, κάθε καλός κεφαλαιοκράτης ξέρει κι άλλο μονοπάτι για την αύξηση των κερδών του. Αυτό είναι η ελαχιστοποίηση των εξόδων της επιχείρησης, η οποία μπορεί να γίνει κυρίως με τους εξής τρόπους: α) καλύτερη οργάνωση της παραγωγής και γενικότερα της επιχείρησης, β) εισαγωγή καινοτόμων τεχνολογιών και γ) δυσμενέστερους εργασιακούς όρους για τους εργαζόμενους.

Οι δύο πρώτοι τρόποι είναι όχι μόνο επιθυμητοί αλλά το ζητούμενο από κάθε επιχείρηση. Το κράτος όχι μόνο επιθυμεί την ελαχιστοποίηση των εξόδων παραγωγής με τους πρώτους δύο τρόπους, αλλά μάλιστα και με φοροαπαλλαγές, χρηματικά βραβεία, αναθέσεις κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων οφείλει να ανταμείβει την επιχειρηματική καινοτομία και τον συνεχή εκσυγχρονισμό της παραγωγής. 

Ο τρίτος τρόπος που προαναφέραμε, δηλαδή οι δυσμενέστερες εργασιακές συνθήκες οι οποίες συνήθως είναι η περικοπή του μισθού, η αύξηση των ωρών εργασίας, οι ελλιπείς συνθήκες ασφάλειας στην εργασία κλπ, θα πρέπει να απαγορεύονται δια ροπάλου και να επισύρουν όχι μόνο οικονομικές αλλά και ποινικές κυρώσεις στον επιχειρηματία, σε περίπτωση που παραβεί την εργατική νομοθεσία. Οι αμοιβές των εργαζομένων, τα ωράρια, οι υπερωρίες, η σωματική και ψυχική ασφάλεια στην εργασία και γενικότερα αυτό που λέγεται ‘συνθήκες εργασίας’ θα καθορίζονται από το κράτος σε συνεννόηση με τους αντιπροσώπους των εργαζομένων και της διοίκησης. Επομένως ουδείς κίνδυνος κεφαλαιοκρατικής εκμετάλλευσης υπάρχει. Λόγω της δυσκολίας των Ελλήνων να συνεννοηθούμε μεταξύ μας με ήπιο τρόπο θεωρώ ότι είναι αναγκαία η άσκηση κρατικής πίεσης, τόσο στη διοίκηση όσο και στους εκπροσώπους των εργαζομένων, ώστε να διασφαλίζεται η σοσιαλιστική λειτουργία της επιχείρησης.

Ας μην ξεχνάμε ότι όχι μόνο το κεφάλαιο στις ιδιωτικές επιχειρήσεις, αλλά συχνά και οι συνδικαλιστές στο δημόσιο τομέα έχουν επιδείξει αντικοινωνική συμπεριφορά ζητώντας παράλογα προνόμια σε σχέση με τους εργαζόμενους σε άλλους τομείς του δημοσίου ή του ιδιωτικού τομέα.

Έτσι μένει ελεύθερη η επιχειρηματική δράση, εφόσον αυτή δε βλάπτει τη σοσιαλιστική λειτουργία της οικονομίας και επιτρέπει την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής από τους ιδιώτες, αλλά όχι τον έλεγχο των μέσων παραγωγής από αυτούς. Δηλαδή η ατομική ιδιοκτησία θα είναι εξαρτώμενη από τη χρήση της κι όχι θεμελιώδες δικαίωμα.

Υπάρχει ασφαλώς μια ένσταση σε όσα προαναφέραμε, δηλαδή ότι πιθανώς οι επιχειρηματίες δε θα δεχθούν να λειτουργήσουν υπό αυτό το νομικό καθεστώς. Τότε ασφαλώς δε μένει άλλος δρόμος από την κρατικοποίηση των επιχειρήσεών τους με κάποια αποζημίωση υπό τη μορφή κρατικών ομολόγων. 

Όμως οι επιχειρηματίες είναι λογικοί άνθρωποι και όταν τους δίνεται η επιλογή μεταξύ λογικού κέρδους και αφανισμού συνήθως επιλέγουν το λογικό κέρδος κερδίζοντας έτσι και τον κοινωνικό σεβασμό.