9/2/13

Αρχαίες Γραφές


H γραφή και επομένως η καταγραφή της ιστορίας στον ευρωπαϊκό χώρο εμφανίζεται για πρώτη φορά στη μινωική Κρήτη. Το 1878 ο Μίνως Καλοκαιρινός διεξάγει τις πρώτες ανασκαφές στη Δυτική Πτέρυγα των Ανακτόρων της Κνωσού, ανακαλύπτοντας μεταξύ άλλων και την πρώτη πινακίδα σε Γραμμική Β Γραφή. 
Από τον πρώτο ήδη μήνα των ανασκαφών του στα ανάκτορα της Κνωσού ο ΄Αρθουρ Έβανς ανακάλυψε τα τρία είδη γραφής: την «Κρητική Ιερογλυφική», τη Μινωική Γραμμική Α και τηΜυκηναϊκή Γραμμική Β, εισάγοντας έτσι τη μινωική και τη μυκηναϊκή Κρήτη στο χώρο της ιστορίας. Οι τρεις αυτές γραφές, που ήταν συλλαβικές, χρησιμοποιήθηκαν για διοικητικούς και θρησκευτικούς σκοπούς. Οι βασιλείς, οι ιερείς, οι γραφείς και οι διοικητικοί υπάλληλοι της Κνωσού χρησιμοποίησαν τα συστήματα αυτά για περίπου 800 χρόνια, προκειμένου να καταγράψουν οικονομικά στοιχεία, καταλόγους προσωπικού, αγροτικά προϊόντα, θρησκευτικές προσφορές.

Η αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β από τον Μάικλ Βέντρις το 1952 διεύρυνε την ιστορία της ελληνικής γλώσσας κατά 7 περίπου αιώνες. Με τις γνωστές φωνητικές αξίες της Γραμμικής Β θεωρείται εφικτή η προσέγγιση και κατανόηση της Γραμμικής Α.

Μυκηναϊκή Γραμμική Β Γραφή

Ο ερχομός των Μυκηναίων Ελλήνων από την ηπειρωτική Ελλάδα στην Κρήτη συνοδεύτηκε, μεταξύ άλλων, και από την προσαρμογή της μινωικής γραφής στην ελληνική γλώσσα. Η Μυκηναϊκή Γραμμική Β Γραφή, συλλαβική γραφή και αυτή, που καταγράφτηκε σε πήλινες πινακίδες της Κνωσού (ko-no-so), γύρω στα 1400 π.Χ., αποκρυπτογραφήθηκε από τον άγγλο αρχιτέκτονα Μάικλ Βέντρις το 1952. Η γλώσσα των πινακίδων είναι η μυκηναϊκή ελληνική και το περιεχόμενό τους αφορά στους άρχοντες της Κνωσού "άνακτες", σε πολεμιστές και άρματα, στο λάδι και σε αρωματικά, στο μέλι, στο κρασί και σε πολλά πρόβατα. Υπάρχουν εκτενείς αναφορές για τα φορολογικά αρχεία του ανακτόρου της Κνωσού που μαρτυρούν ένα καλά οργανωμένο γραφειοκρατικό σύστημα. Πληροφορίες έχουμε επίσης για προσφορές στο Πάνθεον, στον Δία και σε άλλες θεότητες. Με την καταστροφή της Κνωσού, η Γραμμική Β Γραφή εξαφανίζεται, αλλά συνεχίζει να απαντάται στα Χανιά (ku-do-ni-ja) και στη Μυκηναϊκή Ελλάδα.

Μινωική Γραμμική Α Γραφή

Την περίοδο 1700-1450 π.Χ. χρησιμοποιείται ευρέως η Γραμμική Α Γραφή, που είναι συλλαβική γραφή. Επειδή η Μινωική Γραμμική Α Γραφή εξελίχθηκε στη Μυκηναϊκή Γραμμική Β Γραφή, είναι δυνατό να «διαβάσουμε», αλλά όχι όμως και να «κατανοήσουμε» πλήρως το περιεχόμενο των μινωικών επιγραφών που καταγράφουν διάφορα προϊόντα (κρασί, δημητριακά, σύκα), ζώα, ανθρώπους, καθώς και προσφορές σε λατρευτικούς χώρους. 
Μινωικές επιγραφές βρέθηκαν και έξω από την Κρήτη, στην Πελοπόννησο, στη Θήρα, στη Μήλο, στην Κέα, στα Κύθηρα, στη Σαμοθράκη, στην Τροία, στη Μίλητο της Μικράς Ασίας και στην Παλαιστίνη-Ισραήλ, αποδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο την έκταση του μινωικού εμπορίου και των διεθνών σχέσεων. Οι Μινωικές επιγραφές ανέρχονται σήμερα περίπου στις 2000. Τα «Κρητικά Ιερογλυφικά» και οι επιγραφές της Γραμμικής Α θα φωτίσουν περισσότερο το χώρο της μινωικής διοίκησης, κοινωνίας, οικονομίας και θρησκείας.

«Κρητική Ιερογλυφική» Γραφή

Τα αρχαιότερα δείγματα γραφής από το σύνολο του ευρωπαϊκού χώρου προέρχονται από μια σφραγίδα που βρέθηκε στις Αρχάνες, 10 χιλιόμετρα από την Κνωσό. Τα σημεία της πρώτης αυτής γραφής τα συναντάμε ήδη από την Προανακτορική εποχή, κυρίως σε σφραγιδόλιθους. Η ιδέα για την «Κρητική Ιερογλυφική» Γραφή προήλθε πιθανόν από το γειτονικό και εγγράμματο λαό των Αιγυπτίων, αν και η συγκεκριμένη γραφή είναι συλλαβική, όπως είναι εξάλλου συλλαβικές η Μυκηναϊκή Γραμμική Β και η Μινωική Γραμμική Α. 
Τέτοιες επιγραφές βρίσκονται πάνω σε πήλινες πινακίδες, σφραγιδόλιθους και σε διάφορα άλλα αντικείμενα. Η «Κρητική Ιερογλυφική» Γραφή, c.2000-1600 π.Χ, ωστόσο, αποτελεί ανακάλυψη των πρώτων ανακτόρων και τη συναντάμε σε επιγραφές με διοικητικό και θρησκευτικό περιεχόμενο. Το πιο γνωστό δείγμα της αποτελεί ο «Δίσκος της Φαιστού» (όπου έχουν εντυπωθεί 45 διαφορετικά σημεία, σε σύνολο 242, σε 61 λέξεις και στις δυο όψεις του).

Ο Δίσκος της Φαιστού και Συγγενικές Επιγραφές

Η πιο γνωστή μινωική επιγραφή είναι ο «Δίσκος της Φαιστού». Έχει γίνει αποδεκτό ότι ο Δίσκος διαβάζεται σπειροειδώς, δηλαδή από την περιφέρεια προς το κέντρο. Έχει διάμετρο περίπου 16 εκ. με σημεία γραφής και στις δυο όψεις, τα οποία ανέρχονται σε 242 και διαιρούνται σε 61 ομάδες. 

Υπάρχουν 45 διαφορετικού χαρακτήρα σημεία στο Δίσκο, περισσότερα για να απαρτίσουν ένα αλφάβητο και λιγότερα για να αποτελέσουν μια πραγματική ιδεογραφική γραφή, όπως συμβαίνει με τα κινέζικα. Αυτή η διαπίστωση μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι πρόκειται επίσης για μια συλλαβική γραφή, όπως είναι άλλωστε η Γραμμική Β και η Γραμμική Α. Αυτονόητο είναι ότι η γλώσσα του Δίσκου είναι άγνωστη και έτσι, προς το παρόν, και το κείμενο μας είναι εντελώς απροσπέλαστο. Αυτό δεν έχει σταματήσει πολλούς επίδοξους αποκρυπτογράφους να προσφέρουν τη δική τους ερμηνεία. Πολλά έχουν γραφτεί γι'αυτήν την κρητική επιγραφή, περισσότερα μάλιστα από οποιαδήποτε άλλη (τα περισσότερα, όμως, προϊόντα μάλλον της φαντασίας).

Μυκηναϊκή ελληνική (c.1400-1200 B.C.)

Η αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β Γραφής από τον Μάικλ Βέντρις το 1952, απέδειξε ότι η γλώσσα που καταγράφουν οι πήλινες πινακίδες ήταν η Μυκηναϊκή ελληνική, 500 – 700 χρόνια πριν από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια του Ομήρου. Οι επιγραφές από την Κνωσό, την Πύλο, τις Μυκήνες, την Τίρυνθα, τη Θήβα, την Ιωλκό, τη Μιδέα και τα Χανιά αποδεικνύουν με τον πιο απτό τρόπο τη φύση της ελληνικής γλώσσας ως ένα ευδιάκριτο κλάδο της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας γλωσσών. 

Η Γραμμική Β καταγράφει την ελληνική γλώσσα του δεύτερου μισού της 2ης χιλιετίας από τη «μυκηναϊκή» κατάληψη της Κνωσού έως την καταστροφή της Πύλου, λίγο μετά από τον Τρωικό Πόλεμο. Η έρευνα του Βέντρις, του Τσάντγουικ και άλλων απέδειξε με ακρίβεια τη φωνολογία και τη μορφολογία της μυκηναϊκής ελληνικής καθώς και την αδιάσπαστη εξέλιξή της στην κλασική, ελληνιστική, βυζαντινή και νεοελληνική γλώσσα. Είναι εφικτό, με την ερμηνεία των μυκηναϊκών πινακίδων, να ανασυντεθεί η ιστορία της Μυκηναϊκής Ελλάδας (c.1400-1200 π.Χ.).

Μινωική Γλώσσα (c. 2000-1400 B.C.)

Οι ανασκαφές στην Κνωσό από τον Άρθουρ Έβανς και η έρευνα που επακολούθησε, έφεραν στο φως περίπου 2000 μινωικές επιγραφές. Η μελέτη των επιγραφών που επακολούθησε, που συνίσταται στη μεταφορά των φωνητικών αξιών από τη μυκηναϊκή Γραμμική Β Γραφή στη μινωική Γραμμική Α Γραφή, κατέστησε δυνατή την «ανάγνωση» της μινωικής γλώσσας, ενώ η μετέπειτα γλωσσολογική μελέτη έχει αποδείξει ότι είναι πια εφικτό να κατανοούμε τη μινωική γλώσσα. 
Πράγματι, μια συστηματική προσέγγιση οδήγησε στην ταυτοποίηση της μινωικής γλώσσας ως ένα ξεχωριστό κλάδο της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας γλωσσών από το πρώτο μισό της 2ης χιλιετίας, με κοινά σημεία με τα Σανσκριτικά, Αρμενικά και τα Ελληνικά. Υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για την ύπαρξη γένους, ουσιαστικού, ρηματικών καταλήξεων, και διαφόρων ειδών λεξιλογίου, που όλα συνηγορούν στην ύπαρξη μιας γλώσσας, ινδοευρωπαϊκής φύσης. Μετά από αυτά θεωρείται πια εφικτή η συγγραφή της ιστορίας της μινωικής Κρήτης (c.2000-1400 π.Χ.).
Dr Gareth Owens

teicrete.gr/daidalika